Παρασκευή, 13 Μαΐου 2011

Ρένος Αποστολίδης


ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Ο αιρετικός λόγος ενός μοναχικού

ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Γεννημένος το Μάρτιο του 1924 στην Αθήνα, ο Ρένος Αποστολίδης έζησε ογδόντα σωστά χρόνια, αφιερώνοντας όλες του τις δυνάμεις σε μια λογοτεχνία η οποία δεν παραιτήθηκε ποτέ από το να θεωρεί τον εαυτό της μάχιμο -ακόμη κι όταν τίποτε στον περίγυρό της δεν έδειχνε ικανό, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, να προκαλέσει μάχες.

Τα αρχικά φώτα ο Ρένος (όπως του άρεσε να υπογράφει τα βιβλία του) τα πήρε ασφαλώς από το οικογενειακό του περιβάλλον. Ο πατέρας του, ο πολυσυζητημένος Ηρακλής Αποστολίδης, άφησε έκτυπο το σημάδι του στα γράμματα της εποχής του με τις δύο μεγάλες λογοτεχνικές ανθολογίες («Ανθολογία Νεοελληνικής Ποιήσεως» και «Ανθολογία Νεοελληνικού Διηγήματος»), τις οποίες εξέδωσε μεταξύ 1933 και 1953. Και η μητέρα του, όμως, η Ελπινίκη Ζαμπέλη (από το γένος του Σπυρίδωνος Ζαμπελίου), έκανε τη δική της πνευματική διαδρομή, διδάσκοντας επί μακρόν σε ελληνικά σχολεία τουρκοκρατούμενων περιοχών.

Ο Ρένος ολοκληρώνει τις εγκύκλιες σπουδές του στο Βαρβάκειο το 1941 και αποφοιτά από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1950. Τα πιο γόνιμα και ανήσυχα νιάτα του συνδέονται με την καυτή εμπειρία του Εμφυλίου. Πολεμώντας ως λοιπός οπλίτης του κυβερνητικού στρατού στον Γράμμο και στο Βίτσι, στη Ρούμελη και στα Αγραφα, αλλά και στην Πελοπόννησο ή στη Δυτική Μακεδονία, ζει στο πετσί του την ένοπλη σύγκρουση μεταξύ εθνικοφρόνων και κομμουνιστών και την καταγράφει ολοζώντανη σ' ένα από τα σημαντικότερα (αν όχι το σημαντικότερο) πεζογραφικά του έργα: την «Πυραμίδα 67». Το 1964 ο Ρένος Αποστολίδης συλλαμβάνεται και καταδικάζεται σε πολύμηνη φυλάκιση για την επεισοδιακή εισβολή του στη Βουλή εν μέσω μιας εξαιρετικά ταραγμένης πολιτικής περιόδου. Λίγο καιρό αργότερα, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, προωθεί στον αθηναϊκό Τύπο υλικό από την ανθολογία διηγήματος, την οποία συνεχίζει να επιμελείται με τον πατέρα του. Η δημοσίευση, ωστόσο, της δικής του νουβέλας «Ο Α2», με θέμα τον Εμφύλιο, προκαλεί αμέσως την επέμβαση της λογοκρισίας και τη διακοπή της εμφάνισης της ανθολογίας σε όλες τις εφημερίδες.

Εκτός από τη λογοτεχνική ανθολογία, την οποία υπηρετεί ως είδος από τα πρώτα του βήματα στο σινάφι μέχρι την πλήρη του ωριμότητα (πριν από ενάμιση μόλις χρόνο κυκλοφόρησε ο τόμος «Κ. Π. Καβάφης. Απαντα τα δημοσιευμένα ποιήματα», με εκτενή σχόλια του ίδιου, του Ηρκου και του Στάντη), τον Ρένο απασχολούν επίμονα και δύο άλλες (πέρα από την επαγγελματική του απασχόληση με τη διδασκαλία και τη δημοσιογραφία) φιλολογικές δραστηριότητες: το δοκίμιο και η κριτική. Ξεκινώντας να δημοσιεύει κριτικά κείμενά του από τα μέσα της δεκαετίας του '40, διαμορφώνει από πολύ νωρίς τη στάση του: στάση συχνά όχι μόνον έκθυμη και οργίλη, αλλά και άκρως επιτιμητική, που τοποθετεί κατά προτίμηση στο στόχαστρό της τη γενιά του '30, την οποία ο κριτικός ως πρόσωπο ζυμωμένο στο καζάνι της Κατοχής και του Εμφυλίου δεν μπορεί παρά να βλέπει ως ασυγχώρητα αδιάφορη και αμέριμνη απέναντι σε μιαν υπερθερμασμένη και ζοφερή πραγματικότητα. Στάση, ωστόσο, παράλληλα, γεμάτη ζωηράδα και σπινθηροβόλα διάθεση για το καινούριο και το πρωτότυπο, το οποίο ουκ ολίγες φορές σπεύδει πρόθυμα ο Ρένος να υποστηρίξει και να αγκαλιάσει. Είναι αλήθεια πως υιοθετώντας την κριτική γραμμή του Φώτου Πολίτη και του Γιάννη Αποστολάκη, ο Ρένος ξιφουλκεί κατά καιρούς σε εξαιρετικά υψηλούς τόνους εναντίον δικαίων και αδίκων, χωρίς, παρ' όλα αυτά, να χάνει, όπως κι αν τον μετρήσουμε ή τον ζυγίσουμε, ούτε το καλό του γούστο ούτε το βαθύτερο, ουσιαστικό του πνεύμα.

Εκείνο το οποίο αδιαμφισβήτητα προσδιορίζει την παρουσία του Ρένου Αποστολίδη στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία είναι η πεζογραφική του παραγωγή: η πολύμορφη και συνάμα ενιαία και αρραγής διηγηματογραφία και μυθιστοριογραφία του, την οποία συμπληρώνουν κατά περίπτωση οι εξίσου γόνιμες επιδόσεις του στη νουβέλα. Και μιλάμε εδώ για ένα έργο το οποίο είναι σαν να συλλαμβάνεται από την πρώτη στιγμή και εξ ολοκλήρου (από την αφετηρία του και διαμιάς), ανοίγοντας εν συνεχεία έναν εκτενή κύκλο πολλαπλών εκδηλώσεων της ίδιας πάντα και στο βάθος αδιαφοροποίητης αρχικής ιδέας. Από μιαν άποψη, ο Ρένος είναι ένας κοινός, τυπικός εκπρόσωπος της αγωνίας των πρώτων μεταπολεμικών συγγραφέων για τον εξανδραποδισμό και τη διαστροφή της συλλογικής συνείδησης υπό την πίεση αφόρητα σκληρών ιστορικών και πολιτικών περιστάσεων. Με μιαν άλλη, όμως, έννοια η πεζογραφία του αναδεικνύει το απόκεντρο σύμπαν ενός μοναχικού δημιουργού, που ξέρει αίφνης να απομακρύνεται με ταχύτητα από την κοινότητα, για να ψάξει καταφύγιο και απαντοχή στις πλέον απρόσιτες περιοχές της εσωτερικής ύπαρξης.

Το βάρος του Εμφυλίου και της μνήμης

Η φωτιά του Εμφυλίου, με όλο το βάρος μιας κοινωνίας η οποία υποχρεώνεται να ξεπεράσει κατ' εξακολούθηση και με τους πλέον βίαιους τρόπους τα όριά της, αποτελεί οπωσδήποτε μία από τις βασικές παραμέτρους της πεζογραφίας του Ρένου. Στην «Πυραμίδα 67», δημοσιευμένη το 1950, και γραμμένη πάνω σε άδεια κουτιά τσιγάρων, τις ώρες της ανάπαυλας από τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις ενός στρατού στις τάξεις του οποίου ο αφηγητής υπομένει με τεράστια δυσφορία την εκπλήρωση της θητείας του, επικρατούν δύο στοιχεία. Το ένα στοιχείο, ο αδρός ρεαλισμός και η λιτή αμεσότητα του ντοκουμέντου, συνιστά δεδομένο της φόρμας. Το άλλο στοιχείο έχει σχέση με το περιεχόμενο, και είναι η πλήρης απόσταση από τις χαοτικές ιδεολογικές διαφορές των δύο εμπόλεμων παρατάξεων. Εκείνο που κατά βάση παρακολουθούμε εν προκειμένω είναι η γέννηση του αναρχισμού του συγγραφέα: αναρχισμός ο οποίος θα εξελιχθεί σύντομα σε ανυποχώρητη πεποίθηση ζωής, που θα συνοδεύσει ως κλίμα όχι μόνο τα γραπτά του, αλλά και τις περισσότερες από τις καθημερινές του ενέργειες και αντιδράσεις. Καταλογίζοντας βαριές ευθύνες τόσο στους εθνοσωτήρες όσο και στους αριστερούς αντιπάλους τους, ο πρωταγωνιστής της «Πυραμίδας 67» δεν εκφράζει τη βολεμένη ουδετερότητα του αμέτοχου και φιλήσυχου πολίτη, αλλά τους ιερούς σκοπούς μιας διαρκούς ατομικής εξέγερσης, που καταγγέλλει ανοιχτά την οποιαδήποτε μορφή εξουσίας και αυταρχισμού, χωρίς να είναι ταυτοχρόνως σε θέση να παρηγορηθεί με καμία ιδεοληπτική ελπίδα. Ο κόσμος είναι αυτός που είναι και δεν πρόκειται να αλλάξει, όπως κι αν κινηθούμε. Τούτο, όμως, δεν σημαίνει πως πρέπει να κάνουμε πως δεν το καταλαβαίνουμε, ούτε πως άλλο δεν μας μένει από το να σκύψουμε αδιαμαρτύρητα το κεφάλι -ό,τι, αντιθέτως, αναπόδραστα απαιτείται και επιβάλλεται είναι να προχωρήσουμε γενναία ώς το τέρμα, χωρίς περιορισμούς και συμβιβασμούς. Οπως πολύ χαρακτηριστικά σημειώνει για το στιλ του Ρένου ο Βάσος Βαρίκας εν έτει 1963: «Ο συγγραφέας της "Πυραμίδας" είναι ένας αδιάλλακτος εχθρός του κομφορμισμού. Κάθε προσαρμογή τη βλέπει προδοσία. Οταν, μάλιστα, διαβλέπει ή έστω και υποπτεύεται όχι απολύτως αδιάβλητα ελατήρια, τότε η πολεμική του δεν έχει όρια και περιορισμούς».

Είκοσι σχεδόν χρόνια μετά, με τον «Α2» (1968), ο Ρένος Αποστολίδης μπορεί να μην καταθέτει πια την προσωπική του μαρτυρία για τον Εμφύλιο, αλλά το τρομακτικό φάσμα της σύρραξης δεν έχει πάψει να σκιάζει όσο και στην «Πυραμίδα 67» το λόγο του. Ο ήρωάς του αρνείται γι' άλλη μια φορά να πάρει το μέρος της μιας ή της άλλης παράταξης και η έντονη, απαραγνώριστη ατομικότητά του, από την οποία δεν απουσιάζει τώρα κι ένα αφανές πρότυπο κλέφτικης λεβεντιάς, τον οδηγεί γρήγορα και σε μια κατευθείαν αναμέτρηση (ένας σύγχρονος Διγενής) με το θάνατο. Με τα επόμενα βιβλία του, όσα κινούνται σταθερά προς την ίδια κατεύθυνση, από τα «Καμμένα φτερά» (1978) και τους «Αξονες» (1979) ώς το «Κ.Α.Ι.Γ.Ε» (1982) και τους «Εξαγγέλους» (1984), ο συγγραφέας δείχνει πως ο Εμφύλιος και τα αιματηρά του γεγονότα καταβυθίζονται με την πάροδο του χρόνου στον πάτο ενός κόσμου ο οποίος θέλει να σκεπάσει όπως όπως τη μνήμη του, δοκιμάζοντας παράλληλα να επουλώσει τις πληγές του με τον πιο ανώδυνο τρόπο: βασισμένος στην τρυφηλή, αλλά πέρα για πέρα απατηλή υπόσχεση της ευμάρειας και της καλοπέρασης. Και απέναντι σ' έναν τέτοιο κόσμο ο πικρός παρατηρητής δεν έχει παρά να αντιτάξει το ανυπεράσπιστο πλην έτοιμο για οποιαδήποτε αναγκαία θυσία σώμα του.

Η αλληγορική απεικόνιση της εξουσίας

Είναι αξιοπαρατήρητο πώς ένας συγγραφέας με τόση αμετακίνητη προσκόλληση στην πολιτική και την Ιστορία μπορεί να μεταβαίνει την ίδια ώρα και σ' ένα άλλο, τελείως διαφορετικό επίπεδο: στο επίπεδο της αλληγορίας και της υπαγωγής της πραγματικότητας σ' ένα παράξενο και ανοίκειο μυθοπλαστικό περιβάλλον, που απαιτεί για την αποκρυπτογράφησή του δύο, τρεις ή και περισσότερες ερμηνείες και εξηγήσεις. Πόσο, ωστόσο, στ' αλήθεια περίεργη ή ιδιόρρυθμη είναι μια τέτοια τροχιά; Από τις «Ιστορίες από τις Νότιες Ακτές» (1959) και τη «Βορά στο Θηρίο» (1963) ώς την «Ανθύλη» (1973) και το «Από τον κόσμο Ρα» (1973), ο Ρένος δεν θα διστάσει να παίξει με τη μεταμόρφωση, την παράλλαξη και την υπαινικτική παραλλαγή, προκειμένου να πλησιάσει από μιαν άλλη οπτική γωνία το θέμα το οποίο αποτελεί το κέντρο της εστίασής του στην «Πυραμίδα 67». Ο μοναχικός του ήρωας συγκρούεται στο πλαίσιο αυτής της σκηνοθεσίας με μιαν απρόσωπη, διασπαρμένη σ' ένα αχανές δίκτυο αρμοδιοτήτων ιεραρχία, χρησιμοποιώντας πλήθος θεματικών μοτίβων, κοινωνικών ή επαγγελματικών ιδιολέκτων, αλλά και λογοτεχνικών ειδών: από τις εικόνες της εσωτερικής λειτουργίας και της εξωτερικής δραστηριοποίησης των πολυεθνικών εταιρειών και τη γλώσσα της δημοσιογραφίας, του μάρκετινγκ και της διαφήμισης μέχρι τον εσωτερικό μονόλογο, το φανταστικό ρεαλισμό (διατήρηση της λογικής συνέχειας της πλοκής μέσα σ' έναν δύσληπτο για τις κοινές μας παραστάσεις περίγυρο) ή και την αμιγή λογοτεχνία του φανταστικού.

Το φανταστικό, όμως, τρέφει και σ' ένα μονιμότερο πεδίο την πεζογραφία του Ρένου. Τόσο στις «Ιστορίες από τις Νότιες Ακτές» ή στη «Βορά στο θηρίο» όσο και στο «Γρασσαδόρο και Τα χειρόγραφα του Max Tod» (1960) ή στην «Αλλη Ιστορία» (1972) ο συγγραφέας επινοεί καταστάσεις οι οποίες κινούνται ανάμεσα στο όνειρο και την παράκρουση, άλλοτε απλώς για να παραμορφώσουν ένα ρεαλιστικό στερεότυπο και άλλοτε για να δημιουργήσουν εξ υπαρχής μιαν απροσδιόριστη και υπερβατική πραγματικότητα, στο εσωτερικό της οποίας ο πάγιος ηθικο-πολιτικός έλεγχος της εξουσίας έρχεται να συναντήσει και άλλα, νεόκοπα δεδομένα. Οι μελέτες θανάτου, η σατανολογία (ως υπέρτατο παιχνίδι μεταξύ θεού και διαβόλου, με προαποφασισμένη τη χασούρα του θεού), αλλά και οι αρχετυπικές αναγωγές στις ρίζες μιας εκ των προτέρων αθώας και άδολης φύσης ή η ηθελημένη, μετωπική σύγκρουση με το τυχαίο και τη μοίρα μετατρέπονται εν προκειμένω σε αναπόφευκτα βήματα μιας ατελεύτητης (ξανά και ξανά από την αρχή) πορείας προς την κατάκτηση της αυθυπαρξίας και τη θεμελίωση της ατομικής γνώσης.

Η ατομική ταυτότητα, η κατ' ιδίαν εξέγερση, η τρελή τόλμη ενώπιον του θανάτου, τα ασφυκτικά πλοκάμια της εξουσίας, αλλά και η λατρεία του αρχέγονου και του ονείρου, η γοητεία της εκμηδένισης και η πελώρια αντοχή της μνήμης, σε συνδυασμό με έναν υπόγειο, αλλά στέρεα παρόντα στοχασμό για τη γραφή και το νόημά της, που δεν γίνεται παρά να στέκει πάντα από σκοπού εκκρεμές και ανολοκλήρωτο. Ο Ρένος θα επαναλάβει πολλές φορές τον κύκλο σε όλα τα βιβλία που είδαμε ώς τώρα, αλλά και σε όσα ολοκληρώνουν τη διαδρομή του: από το «Στη γέμιση του φεγγαριού» (1967), τις «Ερινύες» (1980), τις «Γάτες» (1989) και την «Αυτοκρατορία των Σκουπιδιών» (1989) μέχρι τα νεότερα, δημοσιευμένα στη δεκαετία του '90, έργα του, όπως τα «Ο κεραυνός» (1991), «Στον κυνηγημένο καιρό» (1993), «Η Δίνη» (1993), «Απάντηση στην Πυραμίδα 67» (1996), «Αυτός που γαβγίζουν οι σκύλοι» (1998), «Ουλάν Μπατόρ» (1999) και «Το μαύρο καράβι» (2003).

Τρεις σταθμοί μιας μακράς πορείας

Τρεις, θα έλεγα συμπερασματικά, είναι οι σταθμοί τους οποίους κάνει ο Ρένος Αποστολίδης στη σχεδόν πενηνταπεντάχρονη πεζογραφία του. Πρώτος σταθμός, η φλογισμένη μαρτυρία για τον όλεθρο του Εμφυλίου από τη σκοπιά ενός αμετακίνητα ανυπότακτου και αιρετικού εγώ, όπως εκφράζεται διά μέσου της πληθωρικής σε αισθήματα, αλλά υπολογισμένης με το υποδεκάμετρο και απολύτως αποσταγμένης γλώσσας του. Ταξιδεύοντας στο χρόνο ή κοιτάζοντας τα πράγματα αναδρομικά, ο συγγραφέας δεν σταματά να φωτίζει άπλετα μια κοινωνία που παραλύει σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο από την ηθική του χαφιεδισμού -με ό,τι κι αν σημαίνει κάτι τέτοιο: τον αντικομμουνιστικό παραλογισμό του Εμφυλίου και της δεκαετίας του '50 ή την κατοπινή, από τα χρόνια του '60 και μετά, εύκολη (ακόμη και για ψύλλου πήδημα) κάμψη της μέσης, που καταργεί αυτομάτως οιανδήποτε έννοια προσωπικής ελευθερίας. Δεύτερος σταθμός, η ακλόνητη πίστη στη δύναμη του ατόμου και των βιταλιστικών του αποθεμάτων, που αναζητούν το ρυθμό τους στη μαγεία του πανθεϊσμού και των αρχετύπων. Η αφηγηματική σύνθεση ενισχύεται σε τέτοιες περιπτώσεις με πολλά στοιχεία δοκιμιακού λόγου και συνομιλεί απροσδόκητα με ποικίλες (αρχαίες και νεότερες) φιλοσοφικές πηγές. Τρίτος και τελευταίος σταθμός, η κρούση των πυλών του μοντερνισμού: η αυτοαμφισβήτηση και η αυτοϋπονόμευση της λογοτεχνίας με την πεισματική άρνηση του προτύπου της ολοκλήρωσης και της τελείωσής της από έναν συγγραφέα ο οποίος με όλα αυτά τα διόλου σκόρπια και τυχαία έχει ήδη εξασφαλίσει τη θέση του στην ιστορία της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας.

Πληρέστερα βιογραφικά και εργογραφικά στοιχεία, επιλογή κριτικογραφίας, εισαγωγή στο πεζογραφικό και το κριτικό έργο του Ρένου Αποστολίδη, καθώς και αντιπροσωπευτική ανθολόγηση των αφηγηματικών πεζογραφικών του κειμένων ο αναγνώστης μπορεί να βρει στη σειρά των εκδόσεων Σοκόλη «Η μεταπολεμική πεζογραφία», Τόμος Β', 1988, σ.σ. 224-297.

Αντιτορπιλλικό ''Πίνδος''

Αντιτορπιλλικό ''Πίνδος''
Ομοχειρία βομβών βυθού-1943. Το Αντιτορπιλλικό «ΠΙΝΔΟΣ» βυθίζει το Γερμανικό Υποβρύχιο «U458», στην Κεντρική Μεσόγειο 8/8/1943 .